Τα προϊόντα κάνναβης δεν ανακουφίζουν από χρόνιους πόνους, λέει μελέτη
Τα επιστημονικά δεδομένα δεν επιβεβαιώνουν τη φήμη της κάνναβης ως λύσης για τον χρόνιο πόνο.
Παρά τις υψηλές προσδοκίες, η επιστημονική εικόνα γύρω από την κάνναβη ως θεραπεία για χρόνιο νευροπαθητικό πόνο παραμένει πολύ πιο σύνθετη και λιγότερο αισιόδοξη. Ο χρόνιος πόνος που οφείλεται σε βλάβες του νευρικού συστήματος αποτελεί μία από τις πιο δύσκολες καταστάσεις στη διαχείριση της καθημερινότητας των ασθενών. Όταν τα συνήθη φάρμακα αποτυγχάνουν να προσφέρουν ουσιαστική ανακούφιση, πολλοί στρέφονται σε εναλλακτικές λύσεις, με την κάνναβη να εμφανίζεται συχνά ως «τελευταία ελπίδα».
Γιατί οι ασθενείς αναζητούν εναλλακτικές λύσεις
Όπως διαβάζουμε στο SciTechDaily, o νευροπαθητικός πόνος δεν είναι απλώς έντονος· είναι επίμονος, απρόβλεπτος και συχνά ανθεκτικός στις υπάρχουσες θεραπείες. Τα αντικαταθλιπτικά, τα αντιεπιληπτικά ή τα ισχυρά παυσίπονα βοηθούν μόνο ένα μικρό ποσοστό ασθενών, ενώ συνοδεύονται από ανεπιθύμητες ενέργειες. Αυτό το θεραπευτικό κενό εξηγεί γιατί τα σκευάσματα με βάση την κάνναβη κερδίζουν έδαφος στη δημόσια συζήτηση, προβάλλοντας ως πιο «φυσική» ή ανεκτή επιλογή, ανεξάρτητα από το αν αυτή η εικόνα ανταποκρίνεται στα δεδομένα.
Τα προϊόντα κάνναβης που χρησιμοποιούνται για ιατρικούς σκοπούς δεν είναι ενιαία. Μπορεί να περιλαμβάνουν αποξηραμένη φυτική κάνναβη ή απομονωμένες ουσίες, όπως τετραϋδροκανναβινόλη (THC), που προκαλεί ψυχοδραστικά αποτελέσματα, και κανναβιδιόλη (CBD), η οποία δεν έχει μεθυστική δράση. Οι μορφές χορήγησης ποικίλλουν: εισπνοή, στοματικά σπρέι, δισκία, κρέμες ή επιθέματα για το δέρμα, δημιουργώντας την εντύπωση ενός ευέλικτου θεραπευτικού εργαλείου.
Τι εξέτασε η μεγάλη ανασκόπηση μελετών
Ωστόσο, η πιο πρόσφατη ανασκόπηση της Cochrane, ενός από τους πιο αξιόπιστους οργανισμούς αξιολόγησης ιατρικών δεδομένων, έρχεται να ανατρέψει τα δεδομένα. Οι ερευνητές ανέλυσαν 21 κλινικές δοκιμές με περισσότερους από 2.100 ενήλικες, συγκρίνοντας σκευάσματα κάνναβης με εικονικές θεραπείες (placebo) σε χρονικό διάστημα από δύο έως 26 εβδομάδες. Ο στόχος ήταν σαφής: να διαπιστωθεί αν υπάρχει πραγματικό, μετρήσιμο όφελος για τον χρόνιο νευροπαθητικό πόνο.
Τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά για όσους περίμεναν ξεκάθαρες απαντήσεις. Και στις τρεις βασικές κατηγορίες σκευασμάτων – εκείνα με κυρίαρχη την THC, εκείνα με CBD και τα προϊόντα με συνδυασμό των δύο – δεν βρέθηκαν ισχυρές ενδείξεις ότι μειώνουν τον πόνο περισσότερο από το placebo. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως στα συνδυαστικά σκευάσματα THC και CBD, παρατηρήθηκαν μικρές βελτιώσεις, οι οποίες όμως κρίθηκαν πολύ περιορισμένες για να θεωρηθούν κλινικά ουσιαστικές.
Εξίσου προβληματική αποδείχθηκε η εικόνα γύρω από την ασφάλεια. Οι παρενέργειες καταγράφονταν με ανομοιόμορφο τρόπο στις μελέτες, γεγονός που μειώνει την αξιοπιστία των συμπερασμάτων. Παρ’ όλα αυτά, τα σκευάσματα που περιείχαν THC συνδέθηκαν συχνότερα με ζάλη, υπνηλία και γενικότερη δυσφορία, ενώ φάνηκε να αυξάνεται και το ποσοστό των ασθενών που διέκοπταν τη θεραπεία λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών.
Οι ίδιοι οι ερευνητές τονίζουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα αποτελέσματα, αλλά και η ποιότητα των διαθέσιμων δεδομένων. Οι περισσότερες μελέτες ήταν μικρές, σύντομης διάρκειας και συχνά απέκλειαν άτομα με συνοδά νοσήματα ή ψυχικές διαταραχές, δηλαδή πληθυσμούς που συναντώνται συχνά στην πραγματική κλινική πράξη. Όπως επισημαίνουν, απαιτούνται μεγαλύτερες και καλύτερα σχεδιασμένες δοκιμές, με διάρκεια τουλάχιστον τριών μηνών, για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.
Τι λείπει ακόμη από την επιστημονική έρευνα
Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι ξεκάθαρη αλλά όχι απλή: η κάνναβη δεν συνιστά, με βάση τα σημερινά στοιχεία, μια αποδεδειγμένα αποτελεσματική λύση για τον χρόνιο νευροπαθητικό πόνο. Η επιστημονική κοινότητα δηλώνει επιφυλακτικότητα απέναντι σε αυτά τα σκευάσματα και τονίζει ότι πριν ενταχθούν στη ρουτίνα της θεραπείας, χρειάζεται πιο εκτεταμένη και συστηματική έρευνα. Μέχρι τότε, οι προσδοκίες καλό είναι να παραμένουν χαμηλές και η συζήτηση να βασίζεται στα δεδομένα και όχι στις υποσχέσεις.